Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ὁ Γάμος ὡς Μυστήριον


Γράφει ο π. Γεώργιος Καψάνης (Καθηγούμενος . Μ. σίου Γρηγορίου γ. ρους)

Εἶναι κοινὴ διαπίστωσις ὅτι σήμερον ὁ γάμος περνᾶ κρίσιν. Αὐτὸ μαρτυρεῖ τὸ πλῆθος τῶν διαζυγίων. Αὐτὸ μαρτυροῦν τὰ τόσα ζεύγη ποὺ χωρὶς νὰ φθάσουν εἰς τὸ διαζύγιον ζοῦν κατὰ συνθήκην καὶ κατ᾿ ἀνοχὴν συζυγικὴν ζωὴν καὶ δὲν εὑρίσκουν καμμίαν εὐτυχίαν καὶ καμμίαν χαρὰν εἰς τὸν δεσμόν των.
Ἓν σοβαρὸν αἴτιον τῆς κρίσεως αὐτῆς εἶναι ὅτι οἱ ἐρχόμενοι εἰς γάμου κοινωνίαν Χριστιανοὶ δὲν ζοῦν τὸν γάμον των, ὡς Μυστήριον.
Πολλοὶ Χριστιανοὶ ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ κοσμικὸν καὶ ἄθεον κλίμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ εἶναι σήμερα διάχυτον (ἐφημερίδες, τραγούδια, περιοδικά, θεάματα, διαφημίσεις) ἀντιλαμβάνονται τὸν γάμον ὡς ἓν φυσικόν, βιολογικὸν ἢ κοινωνικοοικονομικὸν μόνον γεγονός. Ὁ πανσεξουαλισμὸς ἔχει ἐπηρεάσει βαθύτατα τὴν σκέψιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποθέτῃ τὴν εὐτυχίαν του ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὸ σέξ. Ἔτσι ὁ γάμος θεωρεῖται ὡς ἐν νόμιμον καὶ ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ἐρωτικὸν παιχνίδι, χωρὶς καμμίαν συνείδησιν εὐθύνης καὶ ἀποστολῆς. Ὅταν παρέλθῃ ἡ ἐρωτικὴ εὐχαρίστησις τότε καὶ ὁ γάμος δὲν ἔχει νόημα. Οἱ σύζυγοι χωρίζουν διὰ νὰ εὕρουν νέον σύντροφον καὶ νέαν περιπέτειαν.
Ὅταν ὅμως ὁ γάμος μένει ἓν φυσικὸν καὶ κοινωνικὸν γεγονὸς χωρὶς νὰ γίνη «μυστήριον», χωρίς, δηλαδή, νὰ περάσῃ μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Βασιλείαν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ μεταμορφωθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ καὶ νὰ σώσῃ.
Ὁ γάμος ὡς φυσικὸν καὶ κοινωνικὸν γεγονὸς ἀνήκει εἰς τὸν κόσμον ποὺ ὑπάρχει ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὁ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας κόσμος, ζωή, ἄνθρωπος, φύσις, κοινωνία, εἶναι ἀλύτρωτα. Εἶναι ὄψεις τοῦ πεσόντος κόσμου, ποὺ λόγω τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἔχει δηλητηριασθῆ, ἔχει ἀρρωστήσει θανάσιμα. Ἔτσι καὶ ὁ γάμος ὡς γεγονὸς φυσικὸν ἢ κοινωνικὸν εἶναι ἄρρωστος καὶ ἀδύνατος ἀπὸ τὴν ἰδίαν του τὴν φύσιν νὰ λυτρώσῃ τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ τοῦ χαρίσῃ ἀκεραίαν καὶ ὠλοκληρωμένην ζωήν.
Ὅταν ὁ γάμος γίνῃ «Μυστήριον» μεταθέτει τοὺς συζύγους καὶ τὸν φυσικόν των γάμον ἀπὸ τὸν παλαιόν, ἀλύτρωτον καὶ χωρὶς Θεὸν κόσμον τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, εἰς τὸν καινόν, θεανθρώπινον κόσμον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγάπης, τῆς Ἐκκλησίας.
Κάθε Μυστήριον, ἄλλως τέ, εἶναι μία μετάβασις καὶ μία μεταμόρφωσις τοῦ παλαιοῦ κόσμου καὶ τῆς παλαιᾶς ζωῆς εἰς καινὸν κόσμον καὶ καινὴν ἐν Χριστῷ ζωήν, ποὺ προσφέρεται ὡς δῶρον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδιαιτέρως μὲ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος ἀφήνει τὸν παλαιὸν κόσμον διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁριστικῶς εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν ἑνοῦται διὰ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ ὅλους τοὺς λελυτρωμένους πιστούς. Χωρὶς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία, διότι οἱ πιστοὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεὸν καὶ νὰ γίνουν ἓν νέον θεανθρώπινον σῶμα.
Αὐτὸ ποὺ γίνεται εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν γίνεται καὶ εἰς τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου. Οἱ σύζυγοι ἑνοῦνται μὲ τὸν Χριστὸν καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ μεταξύ των εἰς μίαν αἰωνίαν καὶ θεανθρωπίνην ἕνωσιν. Ἀπὸ μίαν ἕνωσιν τοῦ παλαιοῦ, ἀρρωστημένου κόσμου μεταμορφοῦται εἰς μίαν ὑγιᾶ ἐν Χριστῷ ἕνωσιν μέσα εἰς τὴν καινὴν κτίσιν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἁπλούστερον: Μὲ τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου δὲν ἐνοῦται μόνον ὁ γαμβρὸς καὶ ἡ νύμφη, ἀλλ᾿ ἐνοῦται μαζύ των καὶ ὁ Χριστὸς ἢ μᾶλλον ἀμφότεροι ἑνοῦνται ἐν τῷ Χριστῷ, ὁ ὁποῖος καθιστᾶ ἔτσι τὴν ἕνωσίν των ἁγίαν, τελείαν, ὑγιᾶ, θεανθρωπίνην. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ γάμος ἓν γεγονὸς μεταμορφώσεως εἰς τᾶς διαστάσεις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀρκεῖ ἐκ μέρους τῶν μελλονύμφων τυπικὴ παρακολούθησις τῆς ἱερολογίας τοῦ Γάμου χωρὶς καμμίαν συνειδητὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ τελούμενον Μυστήριον.
Μετὰ ἀπὸ μίαν συνειδητὴν μετοχὴν εἰς τὸ Μυστήριον ἱδρύεται ἓν νέον «σπίτι», μία μικρὰ Ἐκκλησία, ἓν μικρὸν Βασίλειον τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι τὸ Μυστήριον ἀρχίζει, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Μυστήρια, μὲ τὴν εὐλογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὅ,τι ἑνώνει τοὺς συζύγους δὲν εἶναι μόνον ἡ φυσικὴ ἕλξις τῶν δυὸ φύλων, ἡ κοινωνικὴ σκοπιμότης κ.τ.λ. ἀλλὰ πρώτιστα ὅλων ὁ Χριστός. Εἰς τὸ νέον σπίτι δὲν βασιλεύει αὐταρχικῶς ὁ ἀνὴρ ἢ ἡ γυνή, ἀλλὰ ὁ Χριστός, διότι ἀμφότεροι θέλουν νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι τὸ ἰδικόν των θέλημα. Μὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Χριστιανικῆς οἰκογενείας ἱδρύεται ἓν μικρὸν Βασίλειον τοῦ Θεοῦ. Οἱ σύζυγοι κατὰ τὴν ἱεροτελεστίαν στεφανοῦνται ὡς βασιλεῖς, ἐνῶ ψάλλεται τὸ «Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξῃ καὶ τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς».
Εἶναι τόσον ἁγία ἡ θεανθρωπίνη ἕνωσις τοῦ κατὰ Θεὸν Γάμου, ὥστε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, παρομοιάζει τὴν σχέσιν τῶν συζύγων μὲ τὴν σχέσιν τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστὶν ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν» (Ἐφεσ. Ε´ 32).
Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι διὰ νὰ εἶναι ὁ γάμος μία φανέρωσις καὶ μία ἀποκάλυψις τοῦ γάμου τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, πρέπει οἱ σύζυγοι συνεχῶς νὰ ξεπερνοῦν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ποὺ κρύβουν μέσα των, νὰ σταυρώνουν τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὰ πάθη των καὶ νὰ ἀποκτοῦν εἰς βάθος τὴν ἁγίαν ἀρετὴν τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἀπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὁ Γάμος εἶναι μία συμμετοχὴ εἰς τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ.
Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ τὴν καινὴν ἀναστημένην ζωὴν τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν δὲν σταυρωθῇ πρῶτα μαζύ του καὶ δὲν θάψῃ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. Οἱ δυὸ σύζυγοι βοηθοῦνται ἀμοιβαίως νὰ σταυρώσουν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸ εἶναι πολὺ δύσκολον. Εἶναι ἓν εἶδος μαρτυρίου. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Γάμου ψάλλεται τὸ «Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες...», ἐνῶ γίνεται μία λιτανεία προηγουμένου τοῦ ἱερέως φέροντος τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Ἡ λιτανεία αὐτὴ μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Γάμος εἶναι μία συνεχὴς πορεία τῶν συζύγων πρὸς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, εἰς συνεχὴς ἀγὼν διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς ἁγιότητος. Ἡ πορεία αὐτὴ τῶν συζύγων θὰ γίνῃ προηγουμένου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου διὰ τῆς μαρτυρικῆς ὁδοῦ τοῦ καθημερινοῦ ἀγῶνος τῶν συζύγων νὰ ἀπαρνοῦνται τὸν κακὸν ἑαυτόν των καὶ νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, προσφερόμενοι εἰς τὸν σύντροφον τῆς ζωῆς των. Ἐὰν οἱ Χριστιανοὶ σύζυγοι δὲν ἀποδεχθοῦν τὸν Γάμον των ὡς ἀγώνα καὶ θυσίαν, πῶς θὰ ἐπιζήσῃ ἡ σχέσις των ὅταν ἐμφανισθοῦν αἱ πρῶται δυσκολίαι;
Τὰ ἀνωτέρω δὲν ἐξαντλοῦν τὴν Ὀρθόδοξον θεολογία τοῦ Γάμου. Ἀποτελοῦν ἁπλῶς ὡρισμένας εἰσαγωγικὰς σκέψεις.
Πρέπει πάντως νὰ κατανοηθῇ ὅτι ὁ Γάμος καὶ ἡ Οἰκογένεια δὲν ἠμποροῦν νὰ σωθοῦν, ἐὰν οἱ χριστιανοὶ σύζυγοι δὲν κατηχηθοῦν καὶ δὲν ἀποκτήσουν συνείδησιν τῆς οὐσίας τοῦ γάμου, ὡς Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Πολλὰ ἔχομεν νὰ πράξωμεν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὸ ἔργον μας δὲν εἶναι ἔργον ληξιάρχου - εὐλογίας καὶ καταγραφῆς ἑνὸς κοινωνικοῦ γεγονότος - ἀλλὰ ἔργον ποιμένος καὶ χειραγωγοῦ ἐν Χριστῷ.
Οἱ μελλόνυμφοι, οἱ νεόνυμφοι καὶ οἱ ἔγγαμοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ τοὺς ποιμένας των ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ γάμος των, διατί εἶναι «μυστήριον» καὶ πῶς δύνανται ἀξίως νὰ διάγουν τὸν ἔγγαμον βίον των. Εἰς τὸ δύσκολον αὐτὸ ἔργον μας -ἔργον πράγματι ποιμαντικόν- πρέπει νὰ βοηθηθῶμεν καὶ ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ἀδελφούς, ποὺ εἶναι αἱ χεῖρες καὶ οἱ πόδες τῶν κληρικῶν.
Ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ σωτηρία τοῦ Γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας δὲν εἶναι ἔργον μόνον τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τῶν Πρεσβυτέρων, ἀλλ᾿ ὁλοκλήρου της κοινότητος, τῆς ἐνορίας καὶ δι᾿ αὐτὸ ὅλοι καλοῦνται νὰ συμπαρασταθοῦν εἰς τοὺς ποιμένας ἕκαστος κατὰ τὴν κλῆσιν του καὶ τὸ δοθὲν εἰς αὐτὸν χάρισμα.

Πηγή: http://users.uoa.gr  kai agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com
Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Το πάθημα του καλού οικογενειάρχη που δεν συγχωρούσε


«Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών…»

Ένας ευσεβής οικογενειάρχης από την Ανατολή, ο Γεώργιος, επισκέφθηκε τον αββά Σιλουανό, για να τον συμβουλευτεί σχετικά με κάτι που τον απασχολούσε. Τον τελευταίο καιρό είχε προβλήματα με έναν γείτονά του, που του έκανε ζημιές στο κτήμα του. Για όλες τις ταλαιπωρίες ο Γεώργιος έκανε υπομονή και τις ξεπερνούσε με την προσευχή του στο Θεό. Όσο περνούσαν όμως οι μέρες ο γείτονας γινόταν όλο και χειρότερος. Η υπομονή του Γεωργίου στο τέλος εξαντλήθηκε και πήρε την απόφαση να πάει το γείτονά του στα δικαστήρια.

Θέλησε να ρωτήσει γι’ αυτό τον αββά Σιλουανό. Στην εξομολόγησή του ο Γεώργιος αποκάλυψε στο Γέροντα το πρόβλημά του και την απόφασή του να πάει τον σκληρόκαρδο γείτονα στα δικαστήρια.Ο γέροντας, σιωπηλός και ατάραχος, του λέει:

- Κάνε όπως θέλεις, παιδί μου.

- Δεν νομίζεις όμως, Γέροντα, ότι αν τιμωρηθεί αυστηρά θα ‘ναι πιο δίκαιο;

- Κάνε ό,τι σε αναπαύει, απάντησε ο Γέροντας με αδιαφορία.

- Θα ‘ναι καλύτερα και για την ψυχή του, ε Αββά; Ρώτησε ο Γεώργιος, μα ο Γέροντας δεν απάντησε.

- Τότε λοιπόν να πηγαίνω σιγά-σιγά, είπε ο Γεώργιος, να μην κουράζω άλλο την αγάπη σου. Θα φύγω για το δικαστή κατευθείαν.

- Στάσου λίγο, παιδί μου. Μη βιάζεσαι τόσο, είπε ο Γέροντας. Έλα να προσευχηθούμε πρώτα, να ευλογήσει ο Θεός την πράξη σου.

- Σηκώθηκε ο Γέροντας και πήρε τον Γεώργιο και στάθηκαν μπροστά στην εικόνα του Παντοκράτορα.

Αφού έκανε τον σταυρό του ο Αββάς, άρχισε να λέει:

«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου• ελθέτω η βασιλεία σου• γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον και μη αφίης ημίν τα οφειλήματα ημών, ως ουδέ ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».

Στα τελευταία αυτά λόγια της προσευχής του αββά Σιλουανού ο Γεώργιος φώναξε:

-Μα, γέροντα, δε λέει έτσι η Κυριακή Προσευχή. Μήπως κάνετε κάποιο λάθος;

-Πραγματικά, παιδί μου, δεν λέει έτσι η Κυριακή Προσευχή, είπε με σταθερή φωνή ο Αββάς. Έτσι όμως είναι η πραγματικότητα. Αφού εσύ αποφάσισες να παραδώσεις τον αδελφό στη δικαιοσύνη, εγώ δεν μπορώ να κάνω άλλη προσευχή για σένα.

Ο Γεώργιος έμεινε άφωνος! Πήρε ευχή και επέστρεψε στο σπίτι του. Τα λόγια του Αββά χαράκτηκαν βαθιά στην ψυχή του. Ο Γεώργιος συνέχισε την ενάρετη ζωή του επαναλαμβάνοντας το δίδαγμα του Αββά Σιλουανού: «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών…»

Πηγή:
http://www.agioritikovima.gr   kai agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ Ἁγία Βαρβάρα ἡ Μεγαλομάρτυς

 

Ἡ Ἁγία Βαρβάρα ἔζησε τὸ τέλος τοῦ 3ου αἱ. καὶ ἀρχὲς τοῦ 4ου στὴν πόλη τῆς Νικομήδειας στὴ Μικρὰ Ἀσία, ἐπὶ Ρωμαίου Αὐτοκράτορα Μαξιμιλιανοῦ. Ὁ πατέρας τῆς ὀνομαζόταν Διόσκουρος καὶ ἦταν φανατικὸς εἰδωλολάτρης. Ἦταν πολὺ πλούσιος καὶ διοικητὴς τῆς περιοχῆς μὲ μεγάλη πολιτικὴ ἐξουσία καὶ δύναμη.

Ἡ Βαρβάρα ἦταν τὸ μονάκριβο παιδί του. Ἦταν ἀφάνταστα ὡραῖα στὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή, καὶ εἶχε πολλὴ χάρη, εὐφυία, σεμνότητα καὶ σωφροσύνη.

Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία γάμου παρουσιάστηκαν πολλοὶ ὑποψήφιοι γαμπροί, καὶ ἀπὸ τοὺς ἐξέχοντες ἄρχοντες καὶ ἀπὸ τοὺς μεγιστάνες. Ὅλα ὅμως τὰ προξενιὰ ἡ Βαρβάρα τὰ ἔδιωχνε, πράγμα ποὺ ὁ πατέρας της δὲν τὸ ἔβλεπε μὲ καλὸ μάτι. Ἦταν γι’ αὐτὸν ἀδικαιολόγητη ἡ ἐμμονὴ τῆς κόρης του νὰ μὴ θέλει διακεκριμένους γαμπρούς, ποὺ τὴν ζητοῦσαν σὲ γάμο.
Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, ὁ Διόσκουρος γέμιζε πιὸ πολὺ ἀπὸ ποικίλους φόβους καὶ φαίνεται ὁ πιὸ μεγάλος του φόβος ἦταν ὁρισμένοι ψίθυροι ὅτι ἡ Βαρβάρα τοῦ συμπαθοῦσε τὸν Χριστιανισμό. Γι’ αὐτὸ καὶ περιόρισε τὴν ἐλευθερία τῆς τόσο, ὅσο νὰ μὴν τὴν βλέπει κανείς, οὔτε καὶ νὰ τὴν συναναστρέφεται. Μόνο ὑπηρέτες καὶ ὑπηρέτριες, πιστοὶ στὸν Διόσκουρο, τὴν συνόδευαν. Κατὰ τὴν παράδοση, τόσο τὴν περιόρισε, ποὺ ἔφτιαξε εἰδικὸ πύργο καὶ τὴν ἔκλεισε μέσα.

Οἱ φόβοι τοῦ ὅμως βγῆκαν ἀληθινοί. Ἡ πανεύφημη Βαρβάρα ξαφνικὰ παρουσιάζεται χριστιανή. Φαίνεται κάποια ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες ἦταν κρυπτοχριστιανὴ καὶ μετέδωσε στὴ Βαρβάρα τὰ σωτήρια χριστιανικὰ δόγματα καὶ διδάγματα. Αὕτη λοιπὸν ἡ κρυπτοχριστιανὴ ὑπηρέτρια τῆς Βαρβάρας, τὴν πῆγε κρυφὰ στὴν χριστιανικὴ κατακόμβη, τὴν γνώρισε μὲ ἕναν ἱερέα ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν κατήχησε καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τὴ βάπτισε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἡ Βαρβάρα ζεῖ τώρα πιὰ σὲ καινούργιο κόσμο. Ἀγάπησε ὁλοκληρωτικά το Νυμφίο τῆς Χριστό. Θυσίασε τὰ πάντα γιὰ νὰ κερδίσει «τὸν πολύτιμο μαργαρίτη.

Διόσκουρος χωρὶς νὰ ὑποψιάζεται τίποτα γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχαν συμβεῖ, κάνει πρόταση γάμου στὴν Βαρβάρα. Ὅμως ἐκείνη εἶχε πάρει σταθερὴ καὶ ἀμετάκλητη τὴν ἀπόφαση περὶ παρθενίας καὶ ἀφοσίωσης στὸ Νυμφίο Χριστό, καὶ ἤδη ζοῦσε μέσα στὸν πύργο «ἐν προσευχὴ καὶ νηστεία».

Ὁ Διόσκουρος ἀλλάζει τακτική. Τῆς ἐπιτρέπει πιὰ νὰ βγαίνει ὅποτε θέλει ἀπὸ τὸν πύργο, νὰ δημιουργεῖ σχέσεις καὶ συναναστροφὲς μὲ ὅποιους θέλει, καὶ νὰ πηγαίνει ὅπου θέλει. Ἔτσι ἄρχισε νὰ βγαίνει ἔξω καὶ νὰ συναναστρέφεται χριστιανές, καὶ μὲ πολλὴ προφύλαξη νὰ παρακολουθεῖ ἀκολουθίες καὶ κηρύγματα τῶν καταδιωκόμενων χριστιανῶν. Ἰδιαίτερα, τὰ μαρτύρια τῶν χριστιανῶν ποὺ μάθαινε τὴν βοήθησαν πολὺ νὰ στερεωθεῖ καὶ νὰ ἀνδρωθεῖ στὴν πίστη.

Ὁ πατέρας τῆς ἔμαθε τώρα ὅτι ἡ κόρη τοῦ ἦταν χριστιανή. Ἀποφάσισε νὰ φύγει προσωρινὰ γιὰ ὑποθέσεις του σὲ ἄλλη χώρα. Πρὶν φύγει θέλησε νὰ κατασκευάσει ἔξω ἀπὸ τὸν πύργο ἕνα ὡραῖο λουτρό. Ἔκαμε τὸ σχέδιο, τὸ ἔδωσε στοὺς τεχνίτες, μὲ τὶς ἀνάλογες ὁδηγίες καὶ ἔφυγε. Κάποια μέρα ἡ Ἁγία κατέβηκε ἀπὸ τὸν πύργο καὶ εἶδε τὸ λουτρό. Καθὼς τὸ παρατηροῦσε πρόσεξε ὅτι ἡ οἰκοδομὴ εἶχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τοὺς κτίστες καὶ ἐκεῖνοι ἀπάντησαν ὅτι αὐτὴ τὴν ἐντολὴ εἶχαν. Ἡ Βαρβάρα τοὺς εἶπε νὰ κάνουν καὶ ἕνα τρίτο παράθυρο καὶ αὐτὴ θὰ εἶχε τὴν εὐθύνη. Οἱ τεχνίτες ὑπάκουσαν καὶ τὸ ἔφτιαξαν. Βλέποντας ἡ Ἁγία τα τρία παράθυρα ἔνιωσε ἀνεκλάλητη χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση τὰ ὁποῖα συμβόλιζαν τὴν Ἁγία καὶ Ἀδιαίρετη Τριάδα.

Ὁ πατέρας τῆς ἐπέστρεψε καὶ ἔμαθε τὸ γεγονὸς καὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἀρχίζει ἡ φρικτὴ μαρτυρικὴ ζωὴ καὶ τὸ σύντομο τέλος τῆς ἐνάρετης Βαρβάρας. Ἀπολογεῖται στὸν πατέρα της γιὰ τὴν κατασκευὴ τῶν τριῶν παραθύρων καὶ τοῦ τονίζει ὅτι «οἱ τρεῖς θυρίδες φωτίζουν πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον».

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀποκάλυψε μὲ περίσσιο θάρρος καὶ παρρησία τὴν πίστη καὶ ἀφοσίωσή της στὸν Τριαδικὸ Θεὸ τῶν χριστιανῶν καὶ τὴ σφοδρὴ καὶ πλήρη ἀντίθεσή της στοὺς θεοὺς τῶν εἰδώλων. Εἶπε στὸν πατέρα τῆς καθαρὰ πὼς γνώρισε καὶ ἀγάπησε τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ πώς, μὲ τὴν πίστη αὐτή, γέμισε ἡ διάνοιά της ἀπὸ φῶς, ἡ καρδιά της ἀπὸ ἁγνότητα καὶ τὸ πνεῦμα της ἀπὸ ἐπανάπαυση. Αὐτὸς τότε τῆς ζήτησε τὴν ἑπομένη νὰ τὸν ἀκολουθήσει σὲ μιὰ εἰδωλολατρικὴ τελετή. Ἡ Βαρβάρα ἀρνήθηκε καὶ βλέποντας τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφασή της φούντωσε ἀπὸ τὸ κακό του. Ἄδειασε ἡ καρδιά του ἀπὸ κάθε πατρικὴ στοργὴ καὶ ὅλη ἡ ἀγάπη τοῦ μετατράπηκε σὲ λυσσαλέο μίσος. Λησμόνησε ὅτι ἦταν σπλάχνο του καὶ μὲ τὴν καρδιὰ τοῦ γεμάτη ἀπὸ φαρμάκι σήκωσε τὸ ξίφος του νὰ τὴν σκοτώσει.

Συγκρατήθηκε ὅμως. Κι ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὴν περιορίσουν πολὺ αὐστηρά. Ἡ σεμνότατη μάρτυς ἐμποδίζεται, περιορισμένη τώρα μέσα στὰ σίδερα καὶ κάτω ἀπὸ τὰ μάτια τῶν φρουρῶν της, νὰ ἐκτελέσει τὰ θρησκευτικά της καθήκοντα. Ἔτσι κατόρθωσε μὲ τὴν βοήθεια κάποιας πιστῆς της ὑπηρέτριας νὰ δραπετεύσει καὶ νὰ καταφύγει στὸ πιὸ κοντινὸ βουνό.

Μόλις ἔφθασε ἐκεῖ σήκωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανὸ καὶ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ τὴν γλιτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ τυράννου πατέρα της. Καὶ ὁ Θεῖος Δημιουργὸς δὲν ἄργησε νὰ ἀπαντήσει. Τὴν ἔκρυψε ἀπὸ τὰ φονικὰ χέρια τοῦ πατέρα της. Ὁ Διόσκουρος τὴν χάνει ἀπὸ τὰ μάτια του. Συνεχίζει νὰ τὴν ψάχνει γιὰ νὰ τὴν βρεῖ ὁπότε μετὰ ἀπὸ λίγο συνέλαβε τὴν κόρη του. Δὲν ἦταν ὅμως πιὰ πατέρας, ἀλλὰ σωστὸς τύραννος. «Ἐξακολουθεῖς νὰ ἐπιμένεις;» τῆς λέγει. «Δὲν μπορῶ πατέρα νὰ ἀρνηθῶ τὸν Ἀληθινὸ Θεό». Τότε ἐκεῖνος τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μαλλιά, μὲ μανία λιονταριοῦ, τὴν τίναξε πολλὲς φορὲς καὶ μὲ σφοδρὴ καὶ βίαιη πτώση τὴν ἔριξε κάτω στὴν γῆ. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὴν ὁδηγήσουν ξανὰ στὸν πύργο. Ἐκεῖ τὴν ἔκλεισε σὲ ἕνα μικρὸ δωμάτιο μὲ σιδερένια κάγκελα καὶ ἔβαλε φρουροὺς νὰ τὴν φυλᾶνε. Πέρασε ἔτσι ἕνας μήνας.

Κάθε δύο μέρες ὁ Διόσκουρος ἔπαιρνε μαζί του ἕναν ἱερέα τῆς εἰδωλολατρίας καὶ προσπαθοῦσε νὰ τῆς ἀλλάξει γνώμη. Ἐκείνη ὑποστήριζε ἀλύγιστα τὴν πίστη της στὸ Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔτσι τὴν κατήγγειλε στὸν ἡγεμόνα Μαρκιανὸ μὲ τὴν κατηγορία ὅτι βρίζει τὰ εἴδωλα. Ὁ Μαρκιανὸς βλέποντας τὴν, προσπάθησε νὰ τὴν μεταπείσει. Ἡ Ἁγία δὲν δελεάστηκε μὲ τίποτα. Τότε ὁ Μαρκιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀρχίσουν τὰ φοβερὰ βασανιστήρια. Τὴν γύμνωσαν, τὴν κτύπησαν μὲ σκληρὰ βούνευρα χωρὶς ἔλεος, καὶ γιὰ νὰ τὴν κάνουν νὰ νιώθει τοὺς πόνους πιὸ δριμεῖς ἔτριβαν τὶς πληγές της μὲ τρίχινα ροῦχα.

Τόση ἦταν μαστίγωση ποὺ τὸ ἅγιο ἐκεῖνο σῶμα καταπληγώθηκε καὶ κατατρυπήθηκε καὶ ἀπὸ τὸ ἄσπιλο αἷμα τῶν πληγῶν τῆς κατακοκκίνησε τὸ μέρος τῆς γῆς ποὺ τὴν βασάνιζαν. Μετὰ ἀπὸ πολύωρα καὶ σκληρὰ βασανιστήρια τὴν κλείσανε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ μέσα μιὰ παρήγορη φωνὴ τῆς ἔδινε θάρρος καὶ ἕνα γλυκύτατο φῶς φώτισε τὸ δεσμωτήριο. Μονομιᾶς τὰ τραύματα τῆς θεραπεύτηκαν. Ἀπέκτησε μεγαλύτερη ὑπομονὴ καὶ καρτερία. Χαιρόταν γιὰ τὰ παθήματά της. Περίμενε μὲ χαρὰ νέα βασανιστήρια σὰν νὰ πήγαινε σὲ γάμο.

Ἀρχίζει ἡ δεύτερη ἐξέταση. Ἀρνεῖται καὶ πάλι τὰ εἴδωλα. Ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ καὶ ἀρχίζουν σκληρότερα βασανιστήρια. Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο παρουσιάζεται καὶ δεύτερη μάρτυς τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἐνάρετη Ἰουλιανή. Παρακολουθοῦσε τὰ μαρτύρια τῆς Βαρβάρας καὶ βλέποντας τὸ αἷμα νὰ τρέχει ἄφθονο ἀπὸ ὅλο το σῶμα τῆς Ἁγίας δὲν ἄντεξε καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει.

Ὁ Μαρκιανὸς διατάζει νὰ κρεμάσουν καὶ τὴν Ἰουλιανὴ καὶ νὰ τῆς κάψουν τὶς σάρκες μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Καὶ οἱ δυὸ ὑπέμεναν τὰ τρομερὰ βασανιστήρια. Ἀμέσως διατάζει τὴν μὲν Ἰουλιανὴ νὰ τὴν βάλουν φυλακή, τὴν δὲ Βαρβάρα νὰ τὴν ξεγυμνώσουν καὶ νὰ τὴν γυρίζουν στὴν πόλη γυμνή.

Στὸ ἄκουσμα τοῦ χειρότερου αὐτοῦ γιὰ τὴν Ἁγία μαρτυρίου, τὸ πρόσωπό της κατακοκκίνησε καὶ φρίκη πέρασε τὸ πνεῦμα της. Προσευχήθηκε θερμὰ νὰ μὴν πραγματοποιηθεῖ αὐτὸ τὸ μαρτύριο. Ὁ γεμάτος Θεὸς ἀγάπη ὅμως, δὲν ἀργοπόρησε καθόλου, ἄκουσε τὴν προσευχή της, καὶ ὢ τοῦ θαύματος ἐνῶ τῆς ἀφαιροῦσαν τὰ ροῦχα, ἡ γύμνωσή της δὲν φαινόταν. Ἄλλα ροῦχα πιὸ ὡραῖα ἀντικαθιστοῦσαν ἐκεῖνα ποὺ μὲ μανία τῆς ξέσχιζαν.

Μαρκιανὸς τυφλωμένος δὲν μπόρεσε νὰ ἑρμηνεύσει ὅλα αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν καὶ μὲ περισσότερη λύσσα διέταξε νὰ τὶς ἀποκεφαλίσουν μὲ ξίφος. Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μαρτύρια μπροστὰ ἦταν καὶ ὁ πατέρας της ποὺ οὔτε καν πόνεσε. Μόλις ὁ δικαστὴς ἔβγαλε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση, ἅρπαξε σὰν λυσσασμένο λιοντάρι τὴν κόρη του γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸν τόπο τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ καὶ νὰ τὴν φονεύσει ὁ ἴδιος μὲ τὰ καταραμένα χέρια του. Ἡ Ἁγία χωρὶς νὰ τοῦ καταλογίσει καθόλου τὴν τόση σκληρότητα, εἶπε μὲ πολλὴ συμπάθεια καὶ τρυφερότητα «Πατέρα μου»!

Στὸ ἄκουσμα αὐτὸ ὁ Διόσκουρος ταράχτηκε καὶ τῆς εἶπε : «δὲν ἔχεις τίποτα τὸ κοινὸ μαζί μου. Καὶ γιὰ νὰ ξεπλύνω τὸ κακὸ ποὺ ἔκαμα μὲ τὸ νὰ σὲ γεννήσω, θὰ σὲ θανατώσω ἐγὼ μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ μόνη μου εὐτυχία». Ἀφοῦ ἔφθασαν στὸν τόπο τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ ἡ Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, ἔκλινε τὴν ἱερή της κεφαλὴ μπροστὰ στὸ ξίφος τοῦ πατέρα της καὶ δέχθηκε τὸ μαρτύριο καὶ τὸ στεφάνι τῆς ἄθλησης, τὴν δὲ Ἰουλιανὴ τὴν ἴδια ὥρα, τὴν ἀποκεφάλισε ὁ δήμιος. Καὶ οἱ δύο στεφθήκανε μὲ τὸ μαρτυρικό, ἁμαράντινο τῆς δόξας στεφάνι ἀπὸ τὸν δίκαιο ἐπαινέτη καὶ δωρεοδότη Κύριο.

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη τῶν δύο Μαρτύρων γυναικὼν στὶς 4 Δεκεμβρίου, ποὺ εἶναι καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τους.
Πηγή: Οἱ Ἅγιοί του ἔτους  kai agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com
Η ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ agiabarbarapatron.blogspot.com
Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Παναγία η Πυροβοληθείσα



Όταν κατά το 1822 το Άγιον Όρος κατελήφθηκε από τουρκική φρουρά, ένας στρατιώτης τόλμησε να πυροβολήσει την εικόνα της Θεοτόκου που βρίσκεται εξωτερικά πάνω από την είσοδο της μονής. Η σφαίρα πλήγωσε το δεξιό χέρι της Παναγίας, ενώ ο ιερόσυλος που ήταν ανιψιός του αρχηγού του αποσπάσματος, παραφρόνησε και κρεμάστηκε σε μια ελιά του κήπου που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο της μονής.  Ο κίνδυνος για αντίποινα και λεηλάτηση της μονής ήταν βέβαιος, αν η σκηνή δε γινόταν αντιληπτή από συνάδελφο του αυτόχειρα που ενημέρωσε σχετικά και το θείο του. Εκείνος ομολόγησε ότι πρόκειται πράγματι για θεία δίκη και διέταξε να πετάξουν άταφο τον ιερόσυλο.

Πηγή: http://users.sch.gr/ kai agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Προσευχή στον φύλακα άγγελο

  
Άγιε Άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαίπωρου μου ζωής, μη εγκαταλίπης με τον αμαρτωλόν, μηδέ αποστής απ' εμού δια την ακρασίαν μου, μη δώης χώραν τω πονηρώ δαίμονι κατακυριεύσαι μου τη καταδυναστεία του θνητού τούτου σώματος, κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου, και οδήγησαν με εις οδόν σωτηρίας. Ναι, Άγιε Άγγελε του Θεού, ο φύλαξ και σκεπαστής της αθλίας μου ψυχής και του σώματος, πάντα μοι συγχώρησον, όσα σοι έθλιψα πάσας τας ημέρας της ζωής μου, και εί τι ήμαρτον την σήμερον ημέραν‡ σκέπασόν με εν τη παρούση νυκτί και διαφύλαξόν με από πάσης επήρειας του αντικειμένου, ίνα μη έν τινι αμαρτήματι παροργίσω τον Θεόν, και πρέσβευε υπέρ εμού προς τον Κύριον, του επιστηρίξαι με εν τω φόβω αυτού, και άξιον αναδείξαι με δούλον της αυτού αγαθότητος. Αμήν.
ΠΗΓΗ :AGIOS.DIMITRIOS.KOUVARAS.BLOGSPOT.COM

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Θαύματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου μέ τό χαλί


Στήν Κωνσταντινούπολη ζοῦσε ἕνας γέροντας μέ τό ὄνομα Νικόλαος. Ἦταν μόνος μέ τήν γυναίκα του, διότι δέν εἶχαν ἀποκτήσει παιδιά. Αὐτοί σε ὅλη τήν ζωή τους, τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐπήγαιναν ἀπό τό πρωΐ στήν ἐκκλησία, ἔκαναν ἐλεημοσύνες, συμμετεῖχαν στίς ἀκολουθίες, ἔφτιαχναν κεριά, θυμίαμα, πρόσφορα. Ἔκαναν ὅ,τι ἠμποροῦσαν.

Καί τώρα πού ἦταν γεροντάκια καί πτωχοί συνέχιζαν τό ἴδιο τυπικό τους. Ἐρχόταν κάθε χρόνο ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου κι αὐτοί δέν εἶχαν μέ τί νά κάνουν τήν γιορτή τους, ὅταν ἐγύριζαν ἀπό τήν ἐκκλησία στό σπίτι, δηλαδή δέν εἶχαν νά στρώσουν τραπέζι γιά τούς πτωχούς νά εὐχαριστήσουν καί ἐκεῖνοι τόν Θεό.

Ἔτσι ἔλεγε ἡ γιαγιά στόν παππού:

-Ἔε, Νικόλαε, τί νά κάνουμε τώρα ἐμεῖς πού εἴμεθα πτωχοί καί γεροντάκια; Ἰδού, ἔρχεται ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου καί δέν ἔχουμε τίποτε: οὔτε χρήματα, οὔτε τρόφιμα.

-Τί νά κάνουμε ἐμεῖς γιά νά γιορτάσουμε κι αὐτό τόν χρόνο τόν ἅγιο Νικόλαο; Μπορεῖ τόν ἑπόμενο χρόνο νά μήν εἴμαστε, διότι ἰδού πλησιάζουμε στόν θάνατο. Καί ἠσθάνοντο καί οἱ δυό τους ἄσχημα, διότι δέν εἶχαν χρήματα.

Τότε ἡ γιαγιά ἄνοιξε ἕνα μπαοῦλο, ὅπου μέσα ὑπῆρχε ἕνα χαλί ἀπό τήν προίκα της, τό ὁποῖον δέν τό ἐγνώριζε ὁ παππούς, διότι τό εἶχε κρύψει ἀπό τότε πού παντρεύθηκε. Ἦταν πάρα πολύ ὡραῖο. Τό κρατοῦσε ἐκεῖ μέ 2-3 ἄλλα ὑφάσματα γιά τόν ἐνταφιασμό της.

-Ἀπό ποῦ τό βρῆκες, γυναίκα, αὐτό τό χαλί;

-Ἔε, τό διατηροῦσα ἀπό τότε πού ἤμουν νύμφη.

-Πήγαινε καί πώλησέ το. Μέ ὅσα θά πάρουμε, θά κάνουμε τήν γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου.

-Μά, γερόντισσα, αὐτό εἶναι πολύ βαρύτιμο χαλί. Ἀλλά δέσε το σέ μία μαγκούρα καί πήγαινέ το, ὅπου μπορεῖς νά τό ἰδοῦν. Ἀλλά πόσο κοστίζει αὐτό τό χαλί;

-Ὅταν ἤμουν νέα, μοῦ ἔδιναν δέκα χρυσά φλωριά καί δέν τό πωλοῦσα. Ἀλλά τώρα, ἐάν μᾶς δώσουν ἀκόμη καί ἕνα θά τό δώσουμε. Μετά μέ τά χρήματα πού θά πάρουμε θά πᾶς ν ἀγοράσης πρόσφορα, κρασί καί κεριά γιά τήν πανήγυρι τοῦ ἁγίου Νικολάου. Κατάλαβες; Ὅσα θά σοῦ δώσουν, θά τά πάρης. Νά μή τό φέρης πίσω, διότι δέν ξέρουμε τοῦ χρόνου θά ζοῦμε. Θέλω τοῦ ἁγίου Νικολάου νά κάνουμε κάτι, διότι πόσα θαύματα μᾶς ἔχει κάνει ὁ Ἅγιος Νικόλαος καί πόσο μᾶς ἐβοήθησε στήν ζωή μας!

Καί ἐπῆρε ὁ παππούς τό χαλί, τό ἐκρέμασε στήν μαγκούρα του καί ἐπῆγε στήν ἀγορά. Ἦταν ἐμποροπανήγυρις. Ἐπέρασε ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία τῆς ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἐκεῖ κοντά στεκόταν καί τό ἄγαλμα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί κατόπιν ἔφθασε στήν  ἀγορά. Ἐκεῖ ὁ ἕνας πωλοῦσε φασόλια, ὁ ἄλλος ἀλεύρι, ὁ ἄλλος βόδια, ὁ ἄλλος γουρούνια, ὁ ἄλλος ἄλογα, ὁ ἄλλος πρόβατα κλπ.

Ἦλθε ἕνας γέροντας μέ ἄσπρη γενειάδα, εὐλαβής σ  αὐτόν πού εἶχε τό χαλί.

-Γιά πούλημα τό ἔχεις τό χαλί, κουμπάρε;

-Ναί, γιά πούλημα.

Καί πόσο κοστίζει;

-Ἡ γυναίκα μου, μοῦ εἶπε, ὅτι, ὅταν ἦταν νέα, αὐτό τό χαλί ἐκόστιζε 10 χρυσά φλωριά, ἀλλά μου εἶπε νά τό δώσω εὐθυνότερα, διότι ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη. Ἔρχεται ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου καί δέν ἔχουμε τίποτε.

-10 χρυσά φλωριά, εἶπες;

-Ναί.

Ὁ παππούς εἶδε τόν πελάτη του νά βγάζη γρήγορα 10 λίρες ἀπό τό κομπόδεμά του, τοῦ ἔδωσε τά χρήματα, ἐπῆρε τό χαλί καί ἔφυγε. Ὅταν εἶδε στά χέρια τοῦ 10 χρυσά φλωριά, εἶπε παραξενεμένος: «Τί μεγάλη πίστι, πού ἔχει ἡ γερόντισσά μου! Κύτταξε, Κύριε, 10 χρυσά φλωριά στά χέρια μου!

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010

Πηγή: Ἁγιορείτικο Βῆμα ΚΑΙ agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013


Στὸν καφετζὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὴν αὐτοκτονία καὶ τὴν ἐπαιτεία

  
Ἀγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Γράφεις ὅτι ὅλη σου ἡ περιουσία πωλήθηκε σὲ τρίτους. Ὅταν βρέθηκες στὸν δρόμο χωρὶς τίποτα καὶ κανέναν κατευθύνθηκες πρὸς τὸ νεκροταφεῖο ἀποφασισμένος νὰ αὐτοκτονήσεις. Δὲν εἶχες ἀμφιβολία οὔτε δεύτερη σκέψη ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐξουθενωμένος ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία ξάπλωσες πάνω στὸν τάφο τῶν γονιῶν σου καὶ ἀποκοιμήθηκες. Στὸν ὕπνο σου ἐμφανίσθηκε ἡ μητέρα σου ποὺ σὲ ἀπείλησε λέγοντάς σου ὅτι στὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἐπαιτοῦσαν στὴ γῆ, ἀλλὰ οὔτε ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀφαίρεσαν μόνοι τους τὴ ζωή τους. Αὐτὸ τὸ ὄνειρο σ’ ἔσωσε ἀπὸ τὴν αὐτοκτονία. Ὄντως ἡ ἀγαπημένη σου μητέρα σὲ ἔσωσε κατὰ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἄρχισες νὰ ἐπαιτεῖς καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαιτεία νὰ ζεῖς. Καὶ ρωτᾶς ἂν μ’ αὐτὸ καταπατᾶς τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ;

Θάρρος ἄνθρωπε! Ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολή: οὐ κλέψεις! Ἀλλὰ δὲν ἔδωσε ἐντολή: μὴν ἐπαιτεῖς! Ἡ ἐπαιτεία χωρὶς πραγματικὴ ἀνάγκη εἶναι κλοπή, ἀλλὰ στὴ δική σου περίπτωση δὲν εἶναι κλοπή. Ὁ στρατηγὸς καὶ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ποὺ δόξαζε τὸν Βελιάλ, στὰ γεράματα ἔμεινε χωρὶς περιουσία, χωρὶς φίλους καὶ τυφλός. Καθόταν τυφλὸς ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ θρόνου καὶ ἐπαιτοῦσε γιὰ λίγο ψωμί. Σὰν χριστιανὸς δὲν ἐπέτρεψε στὸν ἑαυτό του οὔτε καν νὰ σκεφθεῖ τὴν αὐτοκτονία. Γιατί ὅπως ἡ ζωὴ εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὸν θάνατο ἔτσι καὶ εἶναι καλύτερα ζητιάνος παρὰ αὐτόχειρας.

Λὲς πὼς σὲ κυριεύει ντροπὴ καὶ πὼς ἡ θλίψη σου εἶναι βαθειά. Στέκεις τὰ βράδια ἔξω ἀπὸ τὸ καφενεῖο ποὺ κάποτε ἦταν δικό σου καὶ ζητᾶς ἐλεημοσύνη ἀπὸ ὅσους μπαίνουν καὶ βγαίνουν. Θυμᾶσαι, πὼς πρὶν λίγο καιρὸ ἤσουν τὸ ἀφεντικὸ τοῦ καφενείου καὶ πὼς τώρα δὲν τολμᾶς νὰ μπεῖς οὔτε σὰν πελάτης. Καὶ κοκκινίζουν τὰ μάτια σου ἀπὸ τὸ κλάμα καὶ τὸν ὀδυρμό. Ὢ καλέ μου ἄνθρωπε παρηγορήσου! Οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μακριά σου. Γιατί κλαῖς γιὰ τὸ καφενεῖο; Δὲν ἔχεις ἀκούσει γιὰ ἕνα καφενεῖο στὴν ἄκρη τοῦ Βελιγραδίου ποῦ λέγεται «ὅποιου δὲν ἦταν, ὅποιου δὲν θὰ εἶναι»; Πράγματι ἦταν μεγάλος φιλόσοφος αὐτὸς ποὺ ἔγραψε αὐτὲς τὶς λέξεις. Ἀφοῦ αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τα καφενεῖα, ὅλα τα σπίτια, ὅλους τους πύργους καὶ ὅλα τα παλάτια τοῦ κόσμου.

Τί ἔχασες; Ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἦταν δικό σου ὅταν γεννήθηκες καὶ δὲν εἶναι οὔτε τώρα δικό σου. Ἤσουν τὸ ἀφεντικό, τώρα εἶσαι φτωχός. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπώλεια. Ἀπώλεια εἶναι ὅταν κάποιος ἄνθρωπος γίνεται κτῆνος. Ἀλλὰ ἐσὺ ἤσουν ἄνθρωπος καὶ παρέμεινες ἄνθρωπος. Ὑπέγραψες κάποιες συναλλαγματικὲς σὲ κάποιους ἐπιφανεῖς πελάτες σου καὶ γι’ αὐτὸ τὸ καφενεῖο σου ἔγινε καφενεῖο κάποιου ξένου. Τώρα βλέπεις ἀπὸ τὸ παράθυρο πὼς ὅλοι ἐκεῖνοι γελοῦν στὸ καφενεῖο ὅπως καὶ πρίν, ἐνῶ ἐσὺ περιφέρεσαι στοὺς δρόμους μὲ δάκρυα στὰ μάτια καὶ σκεπάζεις τὴ ντροπή. Μὴν φοβᾶσαι, ὁ Θεὸς ἔχει δικαιοσύνη. Ὅλοι αὐτοὶ θὰ ἀπολογηθοῦν γιὰ τὰ ἀδικήματά τους. Ὅταν ὅμως αὐτοὶ ἀποπειραθοῦν νὰ αὐτοκτονήσουν, ποιὸς ξέρει ἂν ὁ δίκαιος Θεὸς θὰ ἐπιτρέψει στὴ μητέρα τους νὰ τοὺς παρουσιαστεῖ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν κόσμο καὶ νὰ τοὺς ἀποτρέψει ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα; Μὴν βλέπεις οὔτε στιγμὴ τὴν ἐπιτυχία τους. Ἀφοῦ δὲν γνωρίζεις τὸ τέλος τους. Ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας σοφὸς εἶπε κάποτε: «Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε», δηλαδὴ ποτὲ μὴν ἀποκαλεῖς κάποιον εὐτυχισμένο πρὶν δεῖς τὸ τέλος του!

Εἶναι δύσκολο νὰ εἶσαι ἐπαίτης; Ἀλλὰ μήπως δὲν εἴμαστε ὅλοι ἐπαῖτες; Μήπως δὲν ἑξαρτώμεθα ὅλοι, κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα, ἀπὸ τὸ ἔλεος Ἐκείνου ποῦ μᾶς δίνει ζωὴ νὰ ζοῦμε; Ἐσὺ καὶ τώρα ἔχεις σημαντικὴ ἀποστολὴ στὸν κόσμο: στρέφεις τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων στὸ νὰ θυμοῦνται τὸν Θεὸ καὶ τὴν ψυχὴ καὶ νὰ εἶναι ἐλεήμονες. Ἀναγκασμένος νὰ ζεῖς στὴ σιωπὴ ἐμβάθυνε στὴν ψυχή σου καὶ συζήτα μέσω τῆς προσευχῆς μὲ τὸν Θεό. Ἡ ζωὴ τοῦ ἐπαίτη εἶναι πιὸ ἡρωικὴ ἀπ’ αὐτὴν τοῦ ἀφεντικοῦ. «Ὅτι ἐν πυρὶ δοκιμάζεται χρυσὸς καὶ ἄνθρωποι δεκτοὶ ἐν καμίνω ταπεινώσεως» (Σρ. 2, 5). Ἀλλὰ ἐσὺ ἤδη ἔδειξες ἡρωισμὸ μὲ τὸ νὰ νικήσεις τὴ μαύρη σκέψη τῆς αὐτοκτονίας. Αὐτὸ εἶναι νίκη πάνω στὸ πνεῦμα τῆς ἀπογοήτευσης. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ νίκη ὅλες οἱ ἄλλες γιὰ σένα θὰ εἶναι εὔκολες. Ὁ Κύριος ἃς εἶναι δίπλα σου.

Εἰρήνη καὶ παρηγοριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο.

Πηγή: (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, "Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται…", Ἱεραποστολικὲς Ἐπιστολὲς Ἅ’, Ἔκδ. "Ἐν Πλῶ", σ. 121), Ἡ Ἄλλη Ὄψη kai agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com